elpenorartepoetica.bolgspot.com

Σάββατο 8 Απριλίου 2017

O ισπανόφωνος μοντερνισμός – 8 Ποιήματα του Ρουμπέν Δαρίο και Ένας ιστορικός διάλογος για την ποίησή του μεταξύ Λόρκα και Νερούδα

O ισπανόφωνος μοντερνισμός – 8  Ποιήματα του Ρουμπέν Δαρίο

και

Ένας ιστορικός διάλογος για την ποίησή του μεταξύ Λόρκα και Νερούδα



Εισαγωγή –Μετάφραση από τα ισπανικά

Στέλιος Καραγιάννης


Τα βασικά χαρακτηριστικά του ισπανόφωνου μοντερνισμού είναι τα εξής:

1)Ο αναχωρητισμός ή η τάση απόδρασης από τον πραγματικό κόσμο μέσω του
ονείρου; απόδραση που οφείλεται σε μιαν εξαίρετη λεπτότητα και μια αριστοκρατική
στάση και που πραγματοποιείται είτε με τη φυγή προς τις χώρες τις εξωτικές και τις
χώρες της Ανατολής είτε με τη φυγή προς το ιστορικό και πολιτιστικό παρελθόν και
πιο συγκεκριμένα προς τον μεσαιωνικό κόσμο.
Η προτίμηση των μοντερνιστών προς τις διάφορες μυθολογίες έχει να κάνει με την
άποψή τους ότι μέσω της φαντασίας και της μαγείας υπερβαίνεται το άγχος που
παράγεται από τις χυδαίες και παρακμιακές καταστάσεις της σύγχρονης ζωής και
έργο της ποίησης είναι να εκφράσει την κριτική και την απέχθεια της για το
εφιαλτικό αυτό πανόραμα.
Οι μοντερνιστές προς τούτο, θα αναζητήσουν από τον ελεφάντινο πύργο τους, μια
νέα ηθική βασισμένη στις βιωματικές τους εμπειρίες και τις αρχές μιας νεωτερικής
αισθητικής η οποία θα ολοκληρωθεί ως πρόγραμμα τις τρεις πρώτες δεκαετίες του
εικοστού αιώνα.
Τον κόσμο του μοντερνισμού θα τον κατοικήσουν και θα τον στοιχειώσουν οι
θεοί, οι νύμφες, οι Κένταυροι, οι ιππότες, οι πιερότοι, οι οδαλίσκες, τα πανάρχαια
κάστρα και οι παγόδες, τα σαλόνια των Βερσαλλιών, οι ευωδιαστοί κήποι, οι κύκνοι,
οι ελέφαντες, οι καμήλες τα μαγικά δάση και τα τοπία του τρόμου.

2)Ο κοσμοπολιτισμός; πρόκειται για μια επιθυμία κοινή σ όλους τους μοντερνιστές
οι οποίοι πρώτοι αισθάνθηκαν την ανάγκη να νιώσουν πολίτες όλου του κόσμου, για
μια αριστοκρατική διάθεση για ταξίδια και διαμονές σε εξωτικές χώρες και κέντρα
της παγκόσμιας κουλτούρας όπως η Νέα Υόρκη και το Παρίσι, για μια επιθυμία
αριστοκρατικού και μποέμικου ζην, που είναι κάτι παραπάνω από την απλή επιθυμία
για φυγή.

3)Η ρομαντική ενατένιση. Υμνούνται τα πάθη, το άλογο, το μυστήριο, το
φανταστικό, το όνειρο και ο ρεμβασμός. Η μελαγχολία ή κάποιες φορές η αγωνία,
είναι η κυρίαρχη ψυχολογική κατάσταση μαζί με τις πνευματικές κρίσεις οι οποίες
προκαλούν τις τάσεις φυγής από τον κόσμο της πραγματικότητας και την καταφυγή
και τη βύθιση μέσα στα άλογα πάθη, στο μυστηριακό και στο φανταστικό.
Η παρουσία των φθινοπωρινών τοπίων, των λυκόφωτων, των νυχτερινών και
μεταμεσονύχτιων μοτίβων και εικόνων είναι χαρακτηριστική στην ποίηση των
μοντερνιστών. Η μοναξιά ,αποτέλεσμα της απόρριψης του πραγματικού, χυδαίου
κόσμου, είναι ένα από τα πιο κεντρικά θέματα της μοντερνιστικής ποίησης με ρίζες
ρομαντικές.

4) Ο έρωτας και ο ερωτισμός. Αναφερόμαστε σε μια ποίηση που προβάλλει το
ιδεώδες του πλατωνικού έρωτα υπό μια σύγχρονη διάσταση δίχως να παύει να θεωρεί
τη γυναίκα ως instrumentum diabolic η ως Εύα, Σαλώμη, Ηρωδιάδα και Κυπρίδα.
Συχνά θέματα αυτής της ερωτικής ποίησης είναι ο διαψευσμένος έρωτας, ο έντονος
ερωτισμός, οι αντικοινωνικές και ανήθικες στάσεις των εραστών ,η αναζήτηση των
σκανδάλων, η θυσία για την ερωμένη, η μοιραία γυναίκα (femme fatale) που
καταστρέφει το άτομο. Οι εικόνες των βίαιων ερώτων είναι συχνές μαζί με τις
αντίπαλες τάσεις της εξιδανίκευσης και της υποβάθμισης σε πόρνη της γυναίκας.

5)Η προτίμηση των μοντερνιστών προς τα αμερικανικά θέματα ,προς τους
εγχώριους μύθους και το μυθικό παρελθόν των λαών της Αμερικής και το ενδιαφέρον
για το ζήτημα της πολιτιστικής τους ταυτότητας δε βρίσκεται σε αντίθεση με τον
κοσμοπολιτισμό τους.

6)Το ενδιαφέρον για το χαμένο χρόνο και τους απολεσθέντες παραδείσους.

7)Το θέμα της Ισπανίας.

Αυτό το θέμα εμφανίστηκε στην ισπανοαμερικάνικη
ποίηση πριν, αλλά και μετά την ήττα των Ισπανών το 1898 και αφορούσε σε μια
διπλή κριτική σχετική προς την ιμπεριαλιστική πολιτική στην Κεντρική Αμερική και
την Ευρώπη των Ηνωμένων Πολιτειών, στην πρόταξη των ισπανικών αξιών έναντι
των αξιών του πολιτισμού των γιάνκηδων και σε έναν βαθμιαίως αναπτυσσόμενο
πεσιμισμό για το κοινωνικοπολιτικό και πολιτιστικό πεπρωμένο του ισπανόφωνου
και ισπανικού κόσμου, μετά την απώλεια των υπερατλαντικών κτήσεων της Ισπανίας
και την οριστική έκπτωση του παλαιού της γοήτρου.

8)Η κρίση των παραδοσιακών πνευματικών αξιών

 λόγω της προόδου της επιστήμης και της μηχανικής.

9) Η επιθυμία αλλαγής αυτού του κόσμου και ο οραματισμός ενός κόσμου

ιδεώδους, αρμονικού και ειδυλλιακού που αποτελεί μια από τις χαρακτηριστικές παραμέτρους της μοντερνιστικής αισθητικής.


10)Η αναζήτηση των αισθητικών αξιών και το εγκώμιο του αισθησιασμού, ώστε
τα πάντα να μπορούν να γίνουν αντικείμενο απόλαυσης των αισθήσεων. Ο ίδιος ο
Ruben Darίo, πιστός στις αρχές της αισθητικής των Verlaine και Mallarme,όριζε το
έργο του ως μουσική των ιδεών ,ως μουσική του ρήματος,

11)Ο άντρας ανάμεσα σε δυο γυναίκες και η γυναίκα ανάμεσα σε δυο άντρες.

12)Ο μυστικιστής και αποτραβηγμένος από την υλική πραγματικότητα άνθρωπος
που προσπαθεί να συλλάβει αυτό που κρύβεται πίσω της.

13)Αριστοτεχνικός χειρισμός της γλώσσας

 και εμπλουτισμός του ποιητικού λεξιλογίου. Οι λέξεις αποκτούν ζωτική σημασία και η φροντίδα για τον ήχο, το ρυθμό ,τις συμβολικές αξίες, τις ιστορικές και πολιτιστικές αναφορές είναι η μόνιμη
φροντίδα των μοντερνιστών, οι οποίοι στόχευαν πάντοτε στην ανανέωση της
συνήθους χρήσης των λέξεων και στη δημιουργία ενός νέου ποιητικού λεξιλογίου με
την προσφυγή στη μεταφορά και τα άλλα ρητορικά σχήματα και υφολογικά μέσα.

14)Πλήρης ανανέωση στο πεδίο της μετρικής.
15)Ζήλος για την αυθεντικότητα
16) Ο συγγραφέας εκδηλώνεται σε κάθε του δραστηριότητα ως καλλιτέχνης.

Λόγω της υπερευαισθησίας του και του ατομικισμού που τον διακρίνει-
χαρακτηριστικά της ρομαντικής κληρονομιάς-συμπεριφέρεται ως μια ύπαρξη
απομονωμένη από την κοινωνία ,περιθωριοποιημένη αλλά και με αριστοκρατικές και
εκλεκτικιστικές τάσεις- έντονη κάποτε παρουσία των μοντερνιστών στους
λογοτεχνικούς κύκλους ,στα καφέ, στα σαλόνια των αστών και στις δεξιώσεις των
πλουσίων και των πολιτικών της εποχής-.Αποτέλεσμα οι τάσεις αυτό-επιβεβαίωσης
και αυτό-εξύψωσης που εμφανίζονται στα κείμενά τους ως έκφραση της αντίδρασις
τους προς την καθημερινή ,χυδαία και υλιστική πραγματικότητα που τους περιβάλλει
και η φυγή είτε προς τους μακρινούς εξωτικούς κόσμους είτε προς τις μέσα θάλασσες
,τις θάλασσες των ρεμβασμών και των ενδοσκοπήσεων του λυρικού εγώ-κύρια
χαρακτηριστική στάση αυτή η τελευταία των Ισπανών ,συμβολιστών μοντερνιστών
που διατύπωσαν και θεωρητικά διάφορες απόψεις για τα δρώμενα στον εσωτερικό
κόσμο του ποιητή.


ΟΚΤΩ ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΤΟΥ RUBÉN DARÍO


Μετάφραση από τα ισπανικά Στέλιος Καραγιάννης


Μετεμψύχωση
Eγώ ένας στρατιώτης ήμουν που κοιμήθηκε στο στρώμα
της Κλεοπάτρας της βασίλισσας. Η λευκότητα της
και η ματιά της η αστρική και παντοδύναμη
Αυτό ήταν όλο.
Ω ματιά! ω λευκότητα! κι ω εκείνο το στρώμα
όπου κείτονταν λάμπουσα η λευκότητα!
Ω το μαρμάρινο παντοδύναμο ρόδο!
Αυτό ήταν όλο.
Κι έτριξε η ραχοκοκαλιά της απ' το χέρι μου
κι εγώ, λευτερωμένος, την έκανα να λησμονήσει τον Αντώνιο.
(Ω το στρώμα κι η ματιά κι η λευκότητα!)
Αυτό ήταν όλο.
Εγώ, ο Ρούφος Γάλλος, ένας στρατιώτης ήμουν, γέννημα θρέμμα
της Γαλατίας, κι η αυτοκρατορική γελάδα
μου πρόσφερε μια τολμηρή στιγμή του καπρίτσιου της.
Αυτό ήταν όλο.
Γιατί σ' εκείνο το σπασμό οι λαβίδες
οι μπρούτζινες των δακτύλων μου δεν έσφιξαν
το λαιμό της λευκής βασίλισσας στ’ αστεία;
Αυτό ήταν όλο.
Με μετέφεραν στην Αίγυπτο. Την αλυσίδα
είχα στον αυχένα.Mια μέρα μ’ έφαγαν
τα σκυλιά. Τ' όνομά μου, Ρούφος Γάλλος.
Αυτό ήταν όλο.
1893


Ελεγεία — Στέλλα


Γιατί άραγε μου έρχεται η μορφή σου στη μνήμη μου, Άλμα, γλυκιά μου
βασίλισσα, τόσο γρήγορα φερμένη και για πάντα, σήμερα, που, αφού διέσχισα το
πολύβουο Μπρόντγουαιη, έχω βαλθεί να διαβάζω τις σελίδες των στίχων του Πόε -
που το όνομά του του Εδγάρδου, αρμονικό και μυθικό, κλείνει μέσα του μια τόσο
περιπλανώμενη και θλιμμένη ποίηση - κι είδα να παρελαύνουν σαν σε τελετή, οι
ερωτικές του επιστολές, αναταράζοντας τη στάχτη την ασημένια κάποιου μυστηρίου;
Είναι επειδή, εσύ είσαι η αδελφή των ιωδών παρθένων, των τραγουδισμένων στην
ομιχλώδη αγγλική γλώσσα, από τον δυστυχή ονειροπόλο, τον Πρίγκιπα των
καταραμένων ποιητών.
Εσύ, όπως αυτή, είσαι η φλόγα απ’ την υπαίθρια τη πυρκαγιά του ατέλειωτου
Έρωτα. Μπροστά στο μπαλκόνι, ντυμένη στα ολόλευκα τα ρόδα και από εκείνο το
σημείο όπου μες στον Παράδεισο φαίνεται να ξεχωρίζει η όψη σου με τα ευγενικά
και τα βαθιά σου μάτια, περνάν οι αδελφές σου και σε χαιρετάνε μ’ ένα χαμόγελο
μέσα στο θαυμασμό της αρετής σου, ω άγγελέ μου παρηγορητή, ω γυναίκα μου! Η
πρώτη που περνά είναι η Ειρήνη, η έξοχη κυρία, με την παράξενη χλομάδα που
έρχεται από πέρα, από τις θάλασσες τις μακρινές: η δεύτερη είναι η Ευλαλία με τα
μαλλιά της από χρυσάφι και τα μάτια της τα βιολετιά, που στρέφει προς τον ουρανό
τη ματιά της: η τρίτη είναι η Ελεονόρα που την είπαν έτσι οι άγγελοι, νέα και
ραδιούργα μες στην απόμακρη Εδέμ: η άλλη είναι η Φρανθίς η αγαπημένη που
απαλύνει τις λύπες με την ανάμνησή της: η άλλη είναι η Ουλαλούμη, που η σκιά της
πλανιέται στο ομιχλώδες βασίλειο του Βάιρ, κοντά στη ζοφερή λίμνη του Ωμπέρ, η
άλλη, η Ελένη που φάνηκε για πρώτη και μοναδική φορά, στο φως το υπέροχο της
σελήνης: κι η άλλη, η Άννα, αυτή που είναι για τα φιλιά και τα χάδια και για τα λόγια
της τα λατρεμένα: η άλλη, η Άνναμπελ Λη, που ερωτεύθηκε μ’ ένα Έρωτα όλο ζήλια
τα σεραφείμ του ουρανού: η άλλη, η Ιζαμπέλ των ερωτόλογων μέσα στη σεληνιακή
τη λαμπρότητα: και τέλος η Λιγεία, συλλογισμένη και σε ένα πέπλο τυλιγμένη από
απόκοσμη λαμπρότητα…
Αυτές είναι, ο αφελής και αθώος χορός των ιδανικών Ωκεανίδων που παρηγορούν
και σκουπίζουν το μέτωπο του λυρικού Προμηθέα του δεμένου στο νοτιοαμερικάνικο
βουνό, του οποίου το κοράκι καθισμένο πάνω στο στήθος της Αθηνάς βασανίζει την
καρδιά του δυστυχισμένου, μαχαιρώνοντάς τον με την μονότονη λέξη της απελπισίας.
Έτσι, είσαι εσύ, που μες στα μαρτύρια της ζωής μου, με εμψυχώνεις και με
δροσίζεις με τον αέρα των φτερών σου. Επειδή έτσι έφυγες με την μορφή σου την
ανθρώπινη για το ταξίδι χωρίς επιστροφή, νιώθω τον ερχομό της αθάνατης ύπαρξής
σου· όταν οι δυνάμεις μου με εγκαταλείπουν ή όταν ο Πόνος τεντώνει κατά πάνω μου
το μαύρο του τόξο, τότες, Ψυχή που σε λένε και Στέλλα, ακούω να ηχεί κοντά μου το
αθάνατο το χρυσάφι απ’ την ασπίδα σου την αγγελική. Το όνομά σου φωτεινό και
συμβολικό, ξεπροβάλλει στον ουρανό, που σκεπάζει τις νύχτες μου σαν ένας
ασύγκριτος κι αλάθητος οδηγός· και για την ανείπωτή σου τη λαμπρότητα και την
καθαρότητά σου, λιβάνι και σμύρνα εγώ φέρνω για της αιώνιας της Ελπίδας το λίκνο.


Εγκώμιο των χοντρών


Ένας ανθρωπάκος ανεβαίνει πάνω στο πλοίο, μ’ ένα πάχος ιδιαίτερο και
ξεχωριστό. Αυτός ο παχύσαρκος άνθρωπος είναι ομιλητικός, λαμπρός συζητητής και
αρκετά έξυπνος, αγαπητός και με ένα χιούμορ χαρωπό που ποτέ δεν αλλάζει, ούτε
ακόμα και μες στις ζέστες του Ισημερινού. Τον συνοδεύει μια ντάμα ελκυστική και
καπριτσιόζα, που οι χάρες της είναι από εκείνες που πάντα επαινούν με ιδιαίτερη
προτίμηση οι ποιητές που αραδιάζει η λεπτή και ευαίσθητη Σεχραζάτ στις Χίλιες  και
μια Νύχτες. Ο μεγάλος Πορτογάλος Έκα ντε Κειρόθ λέει σε κάποιο σημείο, μιλώντας,
δε θυμάμαι, για ποιόν από τους ήρωές του: Ήταν κάποιος χοντρός και γι’ αυτό τόσο
σώφρων. Ίσως η σωφροσύνη να είναι αυτό που λείπει από τον εύρωστο σύντροφο και
συνταξιδιώτη μας, αφού, στο πείσμα των εκατό πενήντα κιλών του, τολμάει να
σηκωθεί να χορέψει πάνω στη κουβέρτα, με την ευχάριστη συνοδό του και τις άλλες
ευγενικές συνταξιδιώτισσες.
Μα εγώ θα πρέπει να πλέξω το εγκώμιο των χοντρών, γιατί αυτοί ποτέ δεν
αφήνουν να μπει μέσα τους η συμβουλεύτρα του κακού η μελαγχολία. Είναι σχεδόν
πάντα καλοδιάθετοι και ξέρουν καλά την αξία της ζωής. Γελάνε στ’ αλήθεια, και μ’
ένα γέλιο πάντα χορτάτο κι όλο ειλικρίνεια. Απολαμβάνουν τα πάντα με όρεξη και τα
χωνεύουν εν ειρήνη και με πλήρη ικανοποίηση. Τους ευχαριστεί και τους κολακεύει
κάθε κοινό αίσθημα, η ηρεμία και η χαρούμενη αρμονία με τους άλλους ανθρώπους.
Σπάνιο, σπανιότατο, θα φανεί χοντρός να αυτοκτονήσει. Εάν ο Βρούτος ήταν χοντρός
δε θα είχε δολοφονήσει τον ευεργέτη του. Δεν το λέει βέβαια έτσι ο ίδιος ο Σαίξπηρ
αλλά θυμηθείτε τους στίχους του Ιούλιο Καίσαρα.
Τα όνειρα και οι οραματισμοί που αναστατώνουν τη ψυχή και το πνεύμα δε
συνηθίζονται στους χοντρούς. Για δέστε τον ισχνό Δον Κιχώτη, τον χτυπημένο από
έγνοιες και λύπες και τον χοντρό Σάντσο, που ξέρει να εκμεταλλεύεται το πέρασμα
της ώρας και τρέχει να γεμίσει το στομάχι του. Όλοι οι λεπτοί τείνουν προς τη
χλομάδα και όλοι οι κιτρινιάρηδες προς τη κακία και τη μοχθηρότητα κι αυτό εξ
αιτίας της κακής τους σωματικής λειτουργίας: το υγιές και ευεργετικό γέλιο
αποφεύγει φαίνεται τους ισχνούς, αυτούς για τους οποίους ο σοφός Γκόστερ
ισχυρίζεται ότι δεν είναι φτιαγμένο και που το συκώτι τους, όργανο πολύ σπουδαίο
για τους ανατολίτες, τους προκαλεί άσχημες κρίσεις χολής και επικίνδυνες χολέρες.
Ο Ραμπελέ, καλά τα γνωρίζει όλα αυτά, και σε αυτό μπορούσε να επεκτείνεται
ατέλειωτα ο Μωρίς Μπερζερέ, ο τεχνίτης των διαλέξεων, κατά τις επισκέψεις του στο
Μπουένος Αϊρες. Ο χοντρός του πλοίου είναι ευχάριστος και πολύ στοργικός.
Διηγείται πικάντικες ιστορίες· εμπιστεύεται τους περιστασιακούς φίλους του με την
πιο αφελή εμπιστοσύνη· παίζει με τα εγγλέζικα παιχνίδια, τρώει σάντουιτς και γελάει,
όλος αυτοπεποίθηση και υγεία. Είναι ένας ευτυχισμένος κύριος. Και εξαιτίας του
έγραψα αυτές τις γραμμές, αναπολώντας στη μνήμη μου τους ηγούμενους των
μοναστηριών, τον ονομαστό βασιλέα Γκαμπρίνους και τον σερ Τζων Φάλσταφ, όλους
αυτούς με τη πλούσια και φανταχτερή μνήμη.

Στη θάλασσα

Είναι μια θάλασσα από σχιστόλιθο, μ’ ένα πλήθος από τούφες χιονιού· είναι μια
θάλασσα από σκούρο γκρι, με χίλιες κουκκίδες εκεί όπου σπάνε βίαια οι αφροί των
κυμάτων.
Ο Τσέντε Κιρός με αποκάλεσε ποιητή-παιδί. Πορνογράφε! Δε με εξοργίζει το
επίθετο. Ο Βίκτορας Ουγκώ δίνει αυτό το όνομα στο τρομερό γέρο, τον Όμηρο.
Αλλά καταμεσής του ωκεανού αισθάνομαι παιδί. Αισθάνομαι πάντα εκείνη την
πρώτη εντύπωση από τα πανίσχυρα και απέραντα νερά· αισθάνομαι αυτό που τόσο
θαυμάσια εξέφρασε ο Πιέρ Λοτί· αισθάνομαι μικρός και φτωχός μπροστά στη τόση
μεγαλοσύνη, σε τόσο πλούτο. Ένα κύμα μου τραγουδά το αιώνιο τραγούδι της
ελπίδας κι ένα άλλο μου επαναλαμβάνει τη ψαλμωδία τη μυστηριακή των νεκρών.
Και συμφωνώ με τους θλιμμένους ποιητές, με τους χλωμούς ονειροπόλους· είμαι μαζί
μ’ αυτούς που ταξιδεύουν πάνω στα κύματα, μ’ αυτούς που έχουν το νου και την
καρδιά τους εκτεθειμένη στα χτυπήματα των κυμάτων της τρικυμίας.
Εκεί πέρα ταξιδεύει ένα σύννεφο. Για πού πάει; Είναι ιδιότροπο όπως μια γυναίκα.
Είναι τρεις αδελφές, η γυναίκα, το κύμα και το σύννεφο. Την πρώτη την επέπληξε ο
Αιώνιος Πατέρας· τη δεύτερη ο ποιητής Σαίξπηρ· η τρίτη είναι η πολύμορφη
πανδαισία της επικράτειας του γαλάζιου.
Κινείται όπως μια καρδιά αυτή η μεγάλη μηχανή που σπρώχνει το μεγάλο καράβι.
Είναι ένας οργανισμός αυτό το σπίτι που επιπλέει· έχει αορτή, νεύρα, εγκέφαλο,
πνευμόνια· και πέρα εκεί στη κορφή του καταρτιού, η σημαία από αστέρια: το
λάβαρο της Ελευθερίας.
Ευλογημένος ας είναι ο Θεός των περιπλανόμενων, η θεία πρόνοια των
ταξιδευτών!
Ευλογημένο ας είναι αυτό που προστάζουν στον Τωβία οι αρχάγγελοι, στον
Κολόμβο οι λειχήνες της Αμερικής, στον Ντάντε η κυριαρχική μορφή του γλυκού
Βιργιλίου!

Το τραγούδι του χειμώνα


Βρέχει. Μαύρα σύννεφα σκεπάζουν το γαλάζιο ουρανό και κρύβουν τον ήλιο, που
το φως του, φωτίζοντας και ζεσταίνοντας τα κορμιά, ζεσταίνει και φωτίζει τις ψυχές.
Κάνει κρύο· είναι σκοτεινά. Κι ακόμα κάνει κρύο μες στην καρδιά και μέσα στη
ψυχή χιονίζει.
Ο χειμώνας είναι βαρύς με τα χιόνια του κι ο βοριάς που μαστιγώνει, μαραίνει τα
λουλούδια.
Το χειμώνα, οι μέρες είναι σκοτεινές όπως οι νύχτες.
Στους τάφους βασιλεύει η αιώνια νύχτα.
Κι όταν είναι γλυκιά η θλίψη, κοιμούνται, και τότε ονειρεύονται κι είναι τότε τα
όνειρα ρόδινα.
Μέσα στο τάφο, όπου επίσης κοιμούνται, πως θα ’ναι Θεέ μου! τα όνειρα; Όταν
ξυπνάμε, χαμογελάμε στην ανάμνηση των απολαύσεων που είδαμε στον ύπνο. Κι
ύστερα, εκείνη η συνοφρύωση και το κατσούφιασμα και το πρόσωπο που
σκοτεινιάζει· βρισκόμαστε μέσα στην πραγματικότητα· τα όνειρα ήταν όνειρα, τίποτα
περισσότερο.
Στο τάφο, δεν υπάρχει ξύπνημα; δεν έρχονται, πίσω απ τις ματαιωμένες μας τις
ψευδαισθήσεις, οι τραυματικές οι πραγματικότητες; δε θα υπάρξουν εδώ, αρώματα
από λουλούδια, λάμψεις από αστέρια, φως αυγινό, γέλια αγγελικά, θερμή ουράνια μες
το πνεύμα; Ω!, οι ψυχές, δεν έχουν, σίγουρα, ομίχλες χειμωνιάτικες, λουλούδια
μαραμένα, σύννεφα να σκεπάζουν τ’ άστρα τα λαμπερά, καταιγίδες να κομματιάζουν
τις βαρκούλες, αγκάθια, ούτε σαΐτες για την καρδιά, ούτε για βάτους που να
ξεριζώνουν τα φτερά των αθώων περιστεριών.
Στον κόσμο, ύστερα απ τη ψυχρή παρουσία του ήλιου μέσα στη μέρα, τις κρύες
ασημόχρωμες ανταύγειες της σελήνης, τις ακτίνες τις φωτεινές των αστεριών και
τους γλυκούς ψιθύρους μες στις νύχτες της άνοιξης και του καλοκαιριού, έρχεται,
καταφθάνει ο χειμώνας. Ο χειμώνας, που φέρνει κρύο και που μαραίνει τα λουλούδια
και τις ψευδαισθήσεις και μ’ αυτές μαζί, τη ζωή!
Ο χειμώνας είναι θλιμμένος, είναι καταθλιπτικός γι’ αυτούς που δεν έχουν τη
θέρμη που θα τονώσει το σώμα τους και τις χαρούμενες τις ψευδαισθήσεις που
ζωντανεύουν τη ψυχή.
Αλλά ευλογημένος είσαι, γέρο-χειμώνα, καθώς ακούγεται να πέφτει η βροχή αργά
αργά, και η ομίχλη πυκνή μας περικυκλώνει, και το κρύο έρχεται μ’ εκείνη τη
νωθρότητα, την οκνηρή και μας περονιάζει, ενώ, τυλιγμένοι σε απαλά δέρματα,
νιώθουμε το φως που απ’ τη Φύση λείπει, μες στη ψυχή, και την άνοιξη, μες την
καρδιά μας, να απομακρύνεται.
Ακούμε να τραγουδούν τα πουλιά, να βουίζουν οι μέλισσες, να λικνίζονται στους
μίσχους τους, χαριτωμένοι οι λευκοί κρίνοι; αναπνέουμε το άρωμα των ηλιοτροπίων
και των γιασεμιών, ακούμε τον ψίθυρο της αύρας μες στα ψηλά τα δέντρα και
βλέπουμε τη μαργαριταρένια ψιχάλα να υγραίνει το πράσινο χορτάρι. Κι όλ’ αυτά,
μες στην καρδιά μας.
Υπάρχει χιόνι;
Καλώς ήρθε! Πώς φαίνεται καθώς λευκαίνεται εκείνη η βροχή απ’ τα φτερά των
κύκνων!
Κάνει κρύο;
Δεν το νιώθουμε· μέσα στο στήθος υπάρχει μια φωτιά που ζωή δίνει, ζεστασιά,
φως.
Είναι όλα θλιμμένα, μαραμένα τα τριαντάφυλλα, δίχως φύλλα τα δέντρα.
Η ψυχή χαμογελάει. Εκεί πέρα υπάρχουν λουλούδια που το άρωμά τους μεθάει·
εκεί γεννιούνται, αυξάνουν και είναι ωραία τα φυτά τα θεϊκά· υπάρχει εκεί μουσική,
αρμονία, στίχοι, που εμψυχώνουν, καθώς, με τα μάτια μισόκλειστα, ονειρευόμαστε
και προσπαθούμε να δούμε, πίσω απ’ το γκρίζο μανδύα του ουρανού, το ρόδινο και
το γαλάζιο της αυγής, με το δειλό της χαμόγελο.
Κάνει κρύο και βρέχει και χιονίζει. Στο θέατρο, και στο χορό, όπου μύρια και
μύρια φώτα λάμπουν. Στις καμινάδες καίει η φωτιά: η μουσική ηχεί θριαμβευτική,
και μέσα απ’ τα γέλια και τις χαριτολογίες, ξεχύνονται μεθυστικά τα βαλς, ενώ οι
ψευδαισθήσεις πετάν και γυρίζουνε σαν τρελές πεταλούδες. Τα μάτια λάμπουν,
κάποια, μαύρα και βαθιά κι άλλα γαλάζια και τρυφερά, και τα χείλη τρέμουν
ψιθυρίζοντας τα γλυκά τα λόγια. Κι ακούγεται να πέφτει η βροχή, κι απ’ το φως των
φάρων φαίνεται το χιόνι όπως ένα σεντόνι από ασήμι, ενώ μια φωνή ακούγεται να
λέει: — Τι ωραία! Ναι, είναι πολύ ωραίος έτσι ο χειμώνας.
Τι φοβερός καθώς τον νιώθουμε μες στη καρδιά, όταν βασιλεύει μες στη ψυχή
μας, και μας φέρνει το κρύο που σκοτώνει. Περνά και έρχεται η άνοιξη κι αυτός
ακόμα δεν έχει φύγει.
Αλλά όταν τα τριαντάφυλλα δε μαραίνονται κι οι πεταλούδες δε σταματάν να
πετάνε, στον κήπο μέσα του ονείρου, είναι ωραίο να βλέπουμε να ασπρίζουν οι
στέγες, να βλέπουμε δίχως φύλλα τα δέντρα και μολυβένιο τον ουρανό. Χαρούμενος,
χαϊδεύει το αυτί, ο ρυθμικός θόρυβος της βροχής.
Ευλογημένος ας είσαι, γέρο-χειμώνα!


Σονάτα


Περάστε, περάστε λευκά όνειρα! Εικόνες από λέξεις που τις σαρώνει ο χρόνος,
χρυσές ψευδαισθήσεις, χαρούμενες ελπίδες, όλο ευωδιά αναμνήσεις.
Ω, περάστε, περάστε, φιλήστε μου το μέτωπο και, ύστερα, αργότερα,
ξανάρχεστε…
Έτσι… Ω! τι απόλαυση!
Η μουσική που πάλλεται στ’ αυτιά μου έχει μέσα της εκείνες τις νότες της άρπας,
κι είναι βελούδινη και μελαγχολική, κι είναι γλυκιά και φέρνει μιαν ανάμνηση
κρυμμένη μέσα στην ίδια της την αρμονία! Ναι, είναι η ίδια! Μες στα μυστηριώδη
κύματά της γυρνάν, μπερδεύοντας την ηχώ τους, οι γλυκές νότες από εκείνη την
αγαπημένη φωνή.
Τα φώτα που ξυπνούν χλωμές ανταύγειες όπως εκείνες από χίλια λαμπερά αστέρια
και τα δυνατά γέλια των αβρών ζευγαριών· το άρωμα το μεθυστικό των λουλουδιών
που τρέμουν φιλήδονα στα γαλάζια ανθοδοχεία από κρύσταλλο της Βοημίας κι οι
φιόγκοι από μετάξι λευκό που κινούνται με τον άνεμο… Να εκεί ο πίνακας.
Ω, ναι! Εκεί βλέπω τη μορφή της να ξεχωρίζει, τρεμάμενη και παθιασμένη, στο
μέσο εκείνου του περιγράμματος του παρελθόντος.
Και τα μάτια της είναι γλυκά. Και κοιτάζουν, βαθιά, κοιτάζουν στο βάθος της
αδύναμης καρδιάς μου. Και χαμογελούν τα χείλη της, και ακούω τα λόγια της, που
είναι από φωτιά και αγκαλιάζουν τη καρδιά μου.
Περάστε, περάστε, για να σας δω εγώ, εικόνες του Έρωτα!
Περάστε ξανά, για άλλη μια φορά, έστω κι αν ύστερα θα ξαναβυθιστείτε στο
σκοτάδι.
Αναζωογονώντας εκείνη τη σκόνη τη ζωοδότρα της ανάμνησης και του οράματος
— το κεφάλι μου, που φλέγεται από τον πυρετό — παρηγορήστε της καρδιά μου που
θρηνεί απ’ τον πόνο και τη θλίψη.
Α! Και να σας δω εγώ να λάμπετε, όπως βλέπω εκείνη την πούλια που φαίνεται
ωχρή, ανάμεσα απ’ τα πορφυρά σύννεφα τ’ απόβραδου, και σε περίπτυξη με τις
βαφές και τα χρώματα, και τις χαρές του ήλιου μες στα άσπρα σύννεφα, φιλί της
νύχτας στο διάστημα.
Περάστε, μέσα απ’ το μαύρο πέπλο απ’ το οποίο ξαναγυρίζει στην καρδιά μου η
θλίψη, όπως περνά χαμογελώντας η σελήνη, που φωτίζει κι αφήνει το λαμπερό της
ίχνος, όπως τα άτομα που στρέφονται γύρω από τον εαυτό τους, μέσα στη πένθιμη
απεραντοσύνη.
Κι ύστερα, γιατί όχι; Όπως πίσω από τη φυγή της σελήνης έρχεται η αυγή ρόδινη
και πίσω απ’ την αυγή ο ήλιος, ρόδινος κόσμος που ενσαρκώνει τη μέρα, έτσι, πίσω
απ’ την κόπωση κάποιας ανάμνησης ωχρής και γλυκιάς, από κείνες με τις οποίες
αποκοιμιούνται οι άγγελοι, ελάτε, ελάτε, ελάτε και κάψετε την καρδιά μου, κάψετε το
νου μου και μέχρι που τα χείλη μου να χαμογελάσουν, ω! εσείς αχτίδες από έναν
ήλιο κάποιου παθιασμένου καλοκαιριού, που έλαμψε φευγαλέος και που ο χρόνος και
η απόσταση τον έχουν ξεθωριάσει.
Αποκοιμίστε την ψυχή μου όπως εκείνα τα πνεύματα της νύχτας που εκτοξεύουν
πάνω στη γη φούχτες από παπαρούνες για να ναρκώσουν την Ανθρωπότητα.
Αφήστε τη να κοιμηθεί, να κοιμηθεί για πάντα, ώσπου ο χρόνος, που σάρωσε τις
ελπίδες μου, να με ξυπνήσει μπροστά στις πόρτες της ευτυχίας μου που απ’ την αρχή
θα ανακάλυπτα και που είχα χάσει στο χείλος του τάφου.
Α, μην έρχεστε ακόμα! Ακολουθήστε, ακολουθήστε παρελαύνοντας χαδιάρικες
και χαμογελαστές αναμνήσεις! Πάρτε τη μορφή που ενσαρκώσατε κάποια μέρα.
Πετάξτε γύρω μου· μιλήστε μου έτσι, μ’ εκείνη τη φωνή την αγγελική· αρωματίστε
την ύπαρξή μου όπως τα λουλούδια τον άνεμο· δώστε στη ψυχή μου ζεστασιά όπως η
αχτίδα του ήλιου στο αδύναμο φυτό.
¨Έτσι, έτσι...


Ήλιος της Κυριακής


Ήλιος της Κυριακής… Σχίζεται όπως ένα μακρύ πέπλο του χρόνου, και να εδώ
που ακούγεται ένα άσμα από καμπαναριά; είσαστε εσείς, καμπάνες του ανθόσπαρτου
Πάσχα, καμπάνες της παιδικής ηλικίας.
Κι είναι τότε η μέρα της Θείας Λειτουργίας, κι η μητέρα είναι πρωϊνιάτικη, κι η
γιαγιά, από το λάλημα του πετεινού, είναι στο πόδι, με το μαύρο της φόρεμα για την
εκκλησία. Μα ο πρωινός ύπνος είναι τόσο ευχάριστος, που το παιδάκι δε θέλει ν’
αφήσει τα σεντόνια, εκεί όπου με το κεφαλάκι του πάνω στο μπράτσο του και με το
ποδαράκι του λυγισμένο, ονειρεύεται πετώντας από την άλλη πλευρά των
πραγμάτων. Αλλά τα όλο ευωδιά λουλούδια είναι ήδη μέσα στα βάζα, και ο καφές
αχνίζει. Ο εφημέριος, θα ναι τώρα μπροστά στην Αγία Τράπεζα, ετοιμάζοντας τη θεία
κοινωνία. Και το παιδάκι ντύνεται με το καθαρό και ευωδιαστό φορεματάκι του, και
σε λίγο θα βρίσκεται με την καλή του παρέα στην επίσκεψη του Θεούλη, έτοιμο για
κείνη την όμορφη στιγμή, που οι καμπάνες οι χαρούμενες, οι καμπάνες του
ανθόσπαρτου Πάσχα, θα πούνε τη τελευταία στροφή της επίκλησης.
Ήλιος της Κυριακής… κι από την ακροποταμιά με τα φιλαράκια, δίνοντας μια
βουτιά, γυμνοί σαν χέλια όλοι, σχίζοντας το νερό, κι ύστερα κατά το διάλειμμα
δαγκώνοντας το χρυσό πορτοκάλι ή το γλυκό σταφύλι κάτω από τα δέντρα. Και τι
διαμείβεται; Συνεχίζεται το θέμα, που συζητούν πάνω στα κοντινά κλαδιά τα πουλιά·
πράγμα της πολιτικής του αγέρα, της επιστήμης των κομητών ή για τους τρόπους που
φτιάχνονται οι σβούρες· κουτσομπολιό κατά της θείας γεροντοκόρης και του
μαέστρου με τη φαλάκρα· και για τη γροθιά που τόσο δυνατά δόθηκε αφήνοντας
μώλωπες στο ζυγωματικό, ή, για το κυνηγετικό όπλο του μπαμπά και το άλογο που
ήρθε από μακριά· ή για το μουσικό κουτί που έφεραν από το Παρίσι χαρισμένο από
το νονό· ή για την μπάλα του ποδοσφαίρου, ή για τις γάμπες της Χουανίτας.
Κι ύστερα, λαξεύοντας και πελεκώντας τα κλαδιά· σφυρίζοντας και γιουχαΐζοντας·
κάνοντας τούμπες, ή, ασκώντας τα μπράτσα με αμοιβαίες μπουνιές κατά πρόσωπο, ή
διασχίζοντας μεγάλες εκτάσεις, ώσπου να φθάσουμε στο σπίτι, λαχανιασμένοι,
κατακόκκινοι, για να δεχθούμε την επίπληξη.
***
Ήλιε της Κυριακής, ας είσαι καλός πάντα για τα μικρά τα παιδάκια και για τους
γέρους. Είσαι αυτός που κάνει να γελούν τα σπίτια και τα δέντρα να λάμπουν με μιαν
ασυνήθιστη λαμπρότητα, αυτός που βγάζει τους ορφανεμένους απ’ τις μονιές τους, σε
μακριές ουρές, για να δούνε την πόλη, για να αναπνεύσουν την υγεία των κήπων και
των κάμπων. Ας είσαι απαλός και από ατόφιο χρυσάφι γι’ αυτούς, και για τις χήρες
τις θλιμμένες και για τα φτωχά παιδάκια.
Ας είσαι ευμενής για τους μοναχικούς που σκέφτονται, στις άκρες των λιμνών,
μαζί με τους κύκνους, για πράγματα θλιμμένα. Εσύ είσαι ο ωραίος ήλιος, ο ήλιος της
ημέρας του Κυρίου. Εσύ είσαι φυλαγμένος στη μεγάλη την κοσμηματοθήκη που ο
πρίγκιπας των πραγμάτων έχει στο Εμπορείο του, και δε βγαίνεις παρά μόνο μια
φορά τη βδομάδα, όταν αυτή γεννιέται, για να ζήσει την ύπαρξη της των έξι ημερών,
και δεν βγαίνεις παρά να φωτίσεις μέσα στο καθαρό γαλάζιο, όπου ο άγιος Πατέρας
σε εμπιστεύεται στον πιο έμπειρο αργυροχρυσοχόο του ουράνιου βασιλείου του·
αυτό . σε γυαλίζει, σε λαμπικάρει, σε εξευγενίζει, σε βάφει όπως ένα σκούδο από
χρυσάφι, και σε εκτοξεύει στο διάστημα για να λάμπεις, ήλιε της Κυριακής…, ήλιε
της Κυριακής...



Το ιδανικό
***
Κι ύστερα, ένας πύργος από ελεφαντόδοντο, ένα άνθος μυστικό, ένα αστέρι για
όποιον τον Έρωτα εμπνέει… Πέρασε; το είδα όπως εκείνος που θα έβλεπε μιαν αυγή,
φευγαλέα, γρήγορη, αδυσώπητη.
***
Ήταν ένα αρχαίο άγαλμα, που η ψυχή του καθρεφτίζονταν στα δυο του τα μάτια,
μάτια αγγελικά, όλο τρυφερότητα, όλο ουρανό γαλάζιο, όλο αίνιγμα.
***
Αισθάνθηκε πως τη φιλούσα με τα βλέμματά μου και με τιμώρησε με τη
μεγαλειότητα της ομορφιάς της, και με κοίταξε σαν μια βασίλισσα και σαν ένα
περιστέρι, αλλά πέρασε λυσσασμένη, θριαμβευτική, σαν ένα όραμα που θαμπώνει. Κι
εγώ, ο φτωχός ζωγράφος της Φύσης και της Ψυχής, ο δημιουργός των ρυθμών και
των αέρινων πύργων, είδα το ένδυμα το λαμπερό της καλής μου νεράιδας, το αστέρι
απ’ το διάδημα της, και σκέφτηκα πάνω στο θέμα της δελεαστικής υπόσχεσης ενός
Έρωτα ωραίου.
***
Αλλά αλίμονο, από. εκείνη την ανεπανάληπτη και μοιραία αναλαμπή., το μόνο
τελικά. που απέμεινε στο βάθος του μυαλού. μου ήταν ένα πρόσωπο, μια μορφή.
γυναικεία, ένα όνειρο γαλάζιο.



ΔΙΑΛΟΓΟΣ ΝΕΡΟΥΔΑ-ΛΟΡΚΑ ΓΙΑ ΤΟΝ ΡΟΥΜΠΕΝ ΔΑΡΙΟ



Για τη συνεισφορά. του Rubén Darío στην υπόθεση του σύγχρονου λυρισμού., οι δυο
ογκόλιθοι της. ισπανόφωνης. και παγκόσμιας. ποίησης. ,ο Federico Garcíia Lorca και ο
Pablo Neruda,σε μια τιμητική. εκδήλωση, μέσα από. έναν ζωντανό. διά.λογο, έ.νωσαν
τις. φωνέ.ς. τους., για να δεί.ξουν στους. φί.λους. του ποιητικού. λό.γου ,το σεβασμό. τους.
αλλά. και τις. οφειλέ.ς. τους. προς. τον πατέ.ρα του λογοτεχνικού. μοντερνισμού..
Neruda-Κυρί.ες.…
Lorca- και κύ.ριοι: Υπά.ρχει στις. ταυρομαχί.ες. έ.να πά.σο που το λέ.νε <<τορέ.ο αλ
λιμό.ν>>, ό.που δυο ταυρομά.χοι βρί.σκονται αντιμέ.τωποι με τον ταύ.ρο πί.σω από. την
ί.δια κά.πα.
Neruda-O Φεδερί.κο κι εγώ., δεμέ.νοι μ έ.να ηλεκτρικό. σύ.ρμα, θα παραβγού.με και θα
απαντή.σουμε στην εκλεκτή. σας. σύ.ναξη.
Lorca-
Συνηθί.ζεται σε τέ.τοιου εί.δους. συγκεντρώ.σεις. οι ποιητέ.ς. να δεί.χνουν το ζωντανό. τους.
λό.γο, αργυρό. ή. ξύ.λινο και να χαιρετού.ν με την ί.δια τους. τη φωνή. τους. συντρό.φους.
τους. και τους. φί.λους. τουs.
Neruda-
Αλλά. εμεί.ς. θα βά.λουμε έ.να νεκρό. να καθί.σει ανά.μεσά. μας., έ.ναν ομοτρά.πεζο που
έ.χασε το ταί.ρι του, χαμέ.νο στο έ.ρεβος. ενό.ς. θανά.του πιο μεγά.λου από. ά.λλους.
θανά.τους., χηρεμέ.νο της. ζωή.ς., που στον καιρό. του της. στά.θηκε σαν έ.νας. σύ.ζυγος.
εκθαμβωτικό.ς.. Θα σταθού.με κά.τω από. τη θαλπωρή. του ί.σκιου του και θα
προφέ.ρουμε και θα ξαναπροφέ.ρουμε τα ό.νομά. του, ώ.σπου η δύ.ναμή. του να
ξεπηδή.σει από. τη λησμονιά..
Lorca-
Αφού. πρώ.τα στεί.λουμε με τρυφερά.δα πιγκουΐ.νου τον χαιρετισμό. μας. στον αβρό.
ποιητή. Αμά.δο Βιγιά.ρ, θα ρί.ξουμε με βρό.ντο έ.να μεγά.λο ό.νομα πά.νω στο τραπέ.ζι,
σί.γουροι ό.τι θα σπά.σουν τα ποτή.ρια, ό.τι θα τιναχτού.ν τα πηρού.νια στα μά.τια των
κολασμέ.νων κι έ.να ά.γριο κύ.μα της. θά.λασσας. αρθεί. και θα σαρώ.σει τα
τραπεζομά.ντιλα. Θα προφέ.ρουμε το ό.νομα του ποιητή. της. Αμερική.ς. και της.
Ισπανί.ας.:Rubéen….
Neruda-
Daríio.Γιατί. ,κυρί.ες.…
Lorca-Και κύ.ριοι…
Neruda-Που εί.ναι στο Μπουέ.νος. Αιρες. η πλατεί.α του Rubéen Daríio?
Lorca-
Που εί.ναι το ά.γαλμα του Rubéen Daríio?
Neruda-
Αγαπού.σε τα πά.ρκα. Που εί.ναι το πά.ρκο Rubéen Daríio?
Lorca-
Που εί.ναι το περί.πτερο των ρό.δων Rubéen Daríio?
Neruda-
Πού. εί.ναι η μηλιά. και τα μή.λα του Rubéen Daríio?
Lorca-
Που εί.ναι το κομμέ.νο χέ.ρι του Rubéen Daríio?
Neruda-
Που εί.ναι το λά.δι, το βά.λσαμο, ο κύ.κνος. του Rubéen Daríio?
Lorca-
O Rubéen Daríio κοιμά.ται στο δικό. του γενέ.θλιο τό.πο στη Νικαρά.γουα, κά.τω από. έ.να
απαί.σιο γύ.ψινο λιοντά.ρι που θυμί.ζει αυτά. που οι πλού.σιοι τοποθετού.ν μπροστά. στη
πό.ρτα του σπιτιού. τους..
Neruda-
Έ.να λιοντά.ρι της. πρέ.σας., γι αυτό.ν τον πλά.στη λιονταριώ.ν, έ.να λιοντά.ρι δί.χως. ά.στρα
γι αυτό.ν που χά.ριζε αστέ.ρια.
Lorca-
Έ.δωσε το βού.ισμα της. ζού.γκλας. μ έ.να μό.νο επί.θετο,κι ό.πως. ο γραναδί.νος. Φρά.υ
Λουις. δε Λεό.ν,ο μά.στορας. της. γλώ.σσας., χά.ραξε αστρικά. σή.ματα με το λεμό.νι, με το
ποδά.ρι του ελαφιού., με τα μαλά.κια γιομά.τα από. τρό.μο και ά.πειρο κι έ.βαλε μέ.σα στις.
κό.ρες. των ματιώ.ν μας. μια θά.λασσα με τις. φρεγά.τες. της. και τους. ί.σκιους. της.,
στεριώ.νοντας. έ.να πελώ.ριο πέ.ρασμα πά.νω στο πιο γκρί.ζο σού.ρουπο που γνώ.ρισε ο
ουρανό.ς.. Ό.λος. καρδιά., σαν ρομαντικό.ς. ποιητή.ς., χαιρέ.τησε σαν ί.σος. προς. ί.σο το
σκοτεινό. νό.τιο ά.νεμο, κι έ.βαλε το χέ.ρι του πά.νω σ έ.να κορινθιακό. κιονό.κρανο μ έ.να
διαχρονικό. ,θλιμμέ.νο και ειρωνικό. σκεπτικισμό..
Neruda-
Θ ά.ξιζε να θυμηθού.με το ρουμπινί. ό.νομά. του στις. κύ.ριες. γραμμέ.ς. του με τους.
αφό.ρητους. πό.νους. της. καρδιά.ς. του, την πυρακτωμέ.νη του αβεβαιό.τητα, την κά.θοδό.
του στα νοσοκομεί.α της. κό.λασης., το ανέ.βασμά. του στους. πύ.ργους. της. δό.ξας., τα
χαρί.σματά. του μεγά.λου ποιητή., τα από. τό.τε και για πά.ντα αναμφισβή.τητα.
Lorca-
Σαν ισπανό.ς. ποιητή.ς. δί.δαξε στην Ισπανί.α τους. παλιού.ς. δασκά.λους. και τα παιδιά., με
έ.να αισθητή.ριο παγκοσμιό.τητας. και μια γενναιοδωρί.α που λεί.πει από. τους.
σημερινού.ς. ποιητέ.ς., τον Βά.λιε-Ινκλά.ν,τον Χουά.ν Ραμό.ν Χιμέ.νεθ και τους. αδερφού.ς.
Ματσά.δο κι η φωνή. του ή.ταν νερό. και νί.τρο στο αυλά.κι της. σεβά.σμιας. γλώ.σσας..
Από. την εποχή. του Ροδρί.γκο Κά.ρο, του Δον Χουά.ν Αργκί.χο και των Αργκενσό.λας.
δεν γνώ.ρισαν τα ισπανικά. γρά.μματα τέ.τοιο πανηγύ.ρι λέ.ξεων, τέ.τοια χρώ.ματα
συμφώ.νων, τό.σο φως. και μορφή. ό.πως. στον Ρουμπέ.ν Δαρί.ο. Από. το τοπί.ο του
Βελά.σκεθ και τη φωτιά. του Γκό.για κι από. την μελαγχολί.α του Κεβέ.δο,ως. τη
μηλό.χρωμη ομορφιά. των γυναικώ.ν της. Μαγιό.ρκας., ο Δαρί.ο περπά.τησε τη γη της.
Ισπανί.ας. σαν τη δική. του γη.
Neruda-
Στη Χιλή. μας. τον έ.φερε μια παλί.ρροια, η ζεστή. Βό.ρεια θά.λασσα, κι η θά.λασσα τον
ά.φησε εκεί., εγκαταλειμμέ.νο στην ά.γρια δαντελέ.νια ακρογιαλιά., ο ωκεανό.ς. τον
μαστί.γωνε με καμπά.νες. κι αφρό. κι ο σκοτεινό.ς. ά.νεμος. του Βαλπαρά.ισο τον έ.λουζε
με ηχερό. αλά.τι. Ας. σμιλέ.ψουμε από.ψε το ά.γαλμά. του με τον ά.νεμο που τον διαπερνά.
ο καπνό.ς., η φωνή., οι περιστά.σεις., η ζωή., έ.τσι ό.πως. εί.ναι η θαυμαστή. ποί.ησή. του
καθώ.ς. τη διασχί.ζουν ή.χοι και ό.νειρα.
Lorca-
Αλλά. πά.νω σ αυτό. το αέ.ρινο ά.γαλμα θέ.λω να θέ.σω το αί.μα του σαν έ.να μπουκέ.το
από. κορά.λλια που σεί.εται από. την παλί.ρροια, τα νεύ.ρα του, ό.μοια με φωτογραφί.α
μιας. αγκαλιά.ς. αχτί.δων του ή.λιου, το κεφά.λι του του Μινώ.ταυρου, ό.που το ατί.μητο
χιό.νι, ζωγραφί.ζεται από. το πέ.ταγμα του κολιμπρί., τα χιμαιρικά. αφηρημέ.να μά.τια του
του εκατομμυριού.χου των δακρύ.ων και ,τέ.λος., τα ελαττώ.ματά. του. Ακό.μη τα ρά.φια
του τα πνιγμέ.να από. τις. τσουκνί.δες. ό.που αντηχού.ν κενά. φλά.ουτου, τις. μποτί.λιες. του
κονιά.κ του εξοντωτικού. του μεθυσιού., τη συμπαθητική. κακογουστιά. του, τις. ά.σεμνες.
μικρολέ.ξεις. του που πλημμυρί.ζουν την αφθονί.α των στί.χων του. Πέ.ρα από. κανό.νες.,
φό.ρμες. και σχολέ.ς., στή.νει τη γό.νιμη ουσί.α της. μεγά.λης. του ποί.ησης..
Neruda-
O Federico Garcia Lorca, Σπανιό.λος., κι εγώ. Χιλιανό.ς., κλί.νουμε με ευθύ.νη το το γό.νυ
αυτή.ς. της. συντροφική.ς. νύ.χτας. στη μεγά.λη σκιά. που πιο τραγού.δησε δυνατά. από. μας.
και χαιρέ.τισε με πρωτό.γνωρη φωνή. την αργεντί.νικη γη που πατά.με.
Lorca-
O Pablo Neruda, Χιλιανό.ς., Ισπανό.ς. εγώ., ταυτιζό.μαστε στη γλώ.σσα με το μεγά.λο
Νικαραγουανό. ,Χιλιανό., Αργεντινό. και Ισπανό. ποιητή. Ρουμπέ.ν Δαρί.ο.
Neruda και Lorca-
Που για την τιμή. και τη δό.ξα του υψώ.νουμε το ποτή.ρι μας..

(Buenos Aires,El Sol,1934)__

13 ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΤΟΥ ΦΡΑΝΘΙΣΚΟ ΓΚΑΡΦΙΑΣ

13 ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΤΟΥ ΦΡΑΝΘΙΣΚΟ ΓΚΑΡΦΙΑΣ



Μετάφραση από τα Ισπανικά


Στέλιος Καραγιάννης





ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΑΝΑΠΟΔΑ



Αυτό που δεν ξέρω με ωθεί
Προς τα μέσα ,ως το άπειρο
Ένα <<όχι>> με κυκλώνει βαθύ,
επίμονο, οριστικό.
Με θρέφει η άγνοια
Αδερφή του ενστίκτου.
Αυτό που δεν ξέρω είναι το βέβαιο.
Αυτό που προσμένω .Το ασφαλές.
Πάνω απ τις αρνήσεις μου
Σιγά-σιγά ανυψώνομαι εγώ ο ίδιος.



 ΤΟ ΝΕΟ ΜΑΘΗΜΑ


Επιθυμώ να μάθω τα πράγματα
που ποτέ δεν υπήρξαν και που δεν θα υπάρξουν.
Αυτό που ποτέ δε μου έλαχε να ζήσω
κι αυτό που κανείς δε θα το ζήσει.
Επιθυμώ να μάθω απ τις αναμνήσεις
γι αυτό που δεν υπήρξε ποτέ.
Το θλιμμένο μου χέρι πηγαινοέρχεται
σε μια απελπισμένη αμάχη με το θάνατο και την επιθυμία.
Τα άδεια μάτια μου βυθίζονται τώρα
μες στη σκοτεινιά.
Κι ο νους μου ταράζει ανώφελα
Τον αέρα του της μοναξιάς.
Σιωπή .Περνάν τα δύσκολα:
Οι κυματισμοί μιας αγωνίας.
Νερό σκοτεινό αυτού του ρυακιού
Όπου βυθίζω το θνητό μου χέρι.





ΠΟΙΗΜΑ ΤΟΥ ΔΕ ΘΕΛΩ


Το να κατανοήσεις σημαίνει να σταματήσεις
καταμεσής της ζωής.
Να επιστρέψεις στο δε θέλω
Που θελήσαμε μια μέρα.
Όχι ,όχι ,όχι… Έτσι ήταν
στην αλήθεια του, τότε.
Για άλλη μια φορά η επίμονη
άρνηση μας υποδέχεται.
Ήταν αλήθεια .Και τώρα.
Ξεχνιόμαστε Είμαστε.
Φυσά ο Θεός κι οι πληγές μας
ξαφνικά επουλώνονται.
Σήμερα σταμάτησα ξανά
Καταμεσής του δρόμου.
Η καρδιά γεμίζει
Απ το παλιό δε θέλω.







TΡΑΓΟΥΔΙ ΤΟΥ ΟΝΟΜΑΤΟΣ


Η λέξη σε δημιουργεί,
σε συναγείρει ,σε ανυψώνει,
κάθε γράμμα μεγαλωμένο
μέσα στην ομορφιά η στο δάκρυ.
Αν σε κατέχω σε ονομάζω.
Η σιωπή μου σε σκοτώνει.
Το να σε προφέρω σημαίνει να σ έχω
μέχρις ότου το όνομα τελειώσει.
Επείγουσα ανάγκη μιας συλλαβής
φευγαλέας κι ερωτευμένης.
Χάδι του τόνου.
Αγωνία της παύσης.
Ύστερα κατεβαίνει το όνομα σου
από τα χείλη στη ψυχή
Η σταγόνα ενός γράμματος
μένει καθυστερημένη.
Η καρδιά την αισθάνεται,
μόνη, θνητή άφοβη,
όταν από το αίμα φθάνει
σαν ένα παγωμένο λουλούδι.


ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΤΗΣ ΕΚΣΤΑΣΗΣ


Τίποτα πια δε με συγκρατεί.
Πλέω μέσα στον εαυτό μου.
Αφρός των ωρών,
σύννεφο της εσχατιάς
διαφάνεια αναρτημένη
αστάθεια πάνω στο σταθερό.
(Τα γαλάζια είναι γαλάζια.
Οι ουρανοί είναι ουρανοί
ΟΙ λάμψεις είναι λάμψεις.
Η αρχή είναι πέρας).
Τίποτα πια δε με συγκρατεί.
Πλέω μες στο νερό.
Πετώ στον αέρα ελεύθερος.
Ακουμπώ στο τίποτα.
Το άπειρο με υποδέχεται.
Το βασίλειό μου είναι η ελπίδα.




ME TON GIL VICENTE



Εγώ δε λέω τα τραγούδια μου
παρά μόνο σ αυτόν που έρχεται μαζί μου.
Μαζί μου έρχεται η θλίψη
το τραγούδι μου θα την βουβάνει.
Έρχεται μαζί μου η νύχτα
-το τραγούδι μου θα την φωταγωγήσει-.
Ο Gil Vicente έρχεται μαζί μου
τραγουδώντας το τραγούδι μου.
Εγώ δε λέω τα τραγούδια μου
-έρχεται μαζί μου η θλίψη-
τα τραγούδια μου του έρωτα,
παρά μόνο σ αυτούς που έρχονται μαζί μου.
-έρχεται μαζί μου η νύχτα-
παρά μόνο σ αυτόν που έρχεται μαζί μου.


ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΤΗΣ ΝΥΧΤΑΣ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ



Είναι νύχτα μες στον κόσμο
αδερφέ Χουάν, πάντα είναι νύχτα.
Η πείνα εφορμά ενάντια στη γη
παρ όλο πού ναι νύχτα.
Η λύπη είναι χαμογελαστή
παρ όλο πού` ναι νύχτα.
Ο πόνος που δεν τελειώνει
η μοναξιά του ανθρώπου.
Το όνειρο που δεν ονειρεύεται
και το αίμα και οι φωνές του.
Είναι νύχτα μες στον κόσμο
πάντα είναι νύχτα.
Πού να ναι εκείνη η πηγή
που αναβλύζει και τρέχει?




ΠΟΥΛΙ ΛΟΥΛΟΥΔΙ


Ένας Απρίλης με το Μάη μέσα του,
πουλί λουλούδι.
Με κρίνα μέσα στα ρυάκια
με πελαργούς στους πύργους.
Μια μνήμη της παιδικής ηλικίας
πουλί λουλούδι.
Ένα πλοίο που διασχίζει το νερό
κάτω από τον ήλιο της χαράς.
Το πράσινο είναι πράσινο κι είναι λευκό
πουλί λουλούδι.
Η ορχιδέα είναι πουλί που τραγουδά,
Το κολιμπρί λουλούδι που ευωδιάζει.
Τι αιφνίδια απόλαυση
πουλί λουλούδι,
πουλί λουλούδι που ευωδιάζει
που τραγουδά πουλί λουλούδι!




ΤΡΑΓΟΥΔΑΚΙ ΤΗΣ ΑΙΩΝΙΟΤΗΤΑΣ



Για πάντα, πάντα, πάντα…
Το επίρρημα του Τειρεσία
τριγυρίζει μες στο μυαλό μου.
Αγγίζω το τίποτα :
η καρδιά μου στον άνεμο
η ζωή μου όπως αυτό το νερό.
Όπως το χιόνι στη βουνοκορφή
που χθες ήταν λουλούδι της φωτιάς
και σήμερα είναι μόνο λουλούδι της απουσίας.




ΣΗΜΕΡΑ ΘΑ ΠΩ ΑΠΡΙΛΗΣ



Σήμερα θα πω Απρίλης .Απρίλης
στο ημερολόγιο κι Απρίλης στην καρδιά.
Απρίλης ανάμεσα στα μάτια σου της αστραπής
κι Απρίλης στην καμπάνα της φωνής σου.
Αύριο θα πω χθες και θα `ναι Οκτώβρης
και δεν θα πω καμπάνα μήτε τραγούδι.
Το μόνο που θα πω θα `ναι χθες και θα χω ψυχρό
Το φως της καρδιάς σου.


Η ΣΙΩΠΗ


Σιωπή, μόνο σιωπή.
Θ` αφήσω πίσω μου τις λέξεις
Γιατί η σιωπή θα `ναι το βασίλειό μου.
Φωνές ακούγονται .Θεέ ποιος μιλά?
Εγώ για Σένα ,για Σένα ,σιωπή.
Σιωπή της ελπίδας ,το Φως μέσα στη σιωπή.
Σιωπή γιομάτη αίμα
για να βγω να σ` απαντήσω.


 ΕΙΠΕΣ: ΑΣ ΜΙΛΗΣΟΥΜΕ


Είπες : ας μιλήσουμε λίγο,
λίγο για σένα και για μένα
κι έγινε μια σιωπή βαθειά,
πικρή και σκοτεινή…
Ναι, ναι,
επανέλαβες .Αλλά αλίμονο,
δεν είχες τίποτα να πεις.




ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΤΟΥ ΩΡΑΙΟΥ



Δεν είναι μόνο του το ωραίο.
Το μάτι το συνοδεύει,
Η ματιά το δημιουργεί,
Η καλή ματιά το απομονώνει.
Το αδύνατο της απόλαυσης
Σιγά- σιγά το αποθεώνει.
Η ομορφιά είναι ένα νερό
Μ ένα ουράνιο φόντο :
Ένα νερό φευγαλέο
Μια ακέραια ομορφιά, όταν ένα μάτι την κοιτά,
Όταν ένα μάτι έκπληκτο

Τη συλλαμβάνει στην κόχη του.

ΕΓΚΩΜΙΟ ΤΟΥ ΧΟΥΑΝ ΡΑΜΟΝ ΧΙΜΕΝΕΘ

Εγκώμιο του Juan Ramón Jiménez
ή
ενάντια στην ποίηση του κορεσμού


Φλεγόμαστε από την επιθυμία
να πατήσουμε σε στέρεο έδαφος
και να βρούμε ένα απόλυτα
σίγουρο θεμέλιο που πάνω του
θα χτίσουμε έναν πύργο που θα
φθάνει στο άπειρο. Όμως το έδαφος
ραγίζει η γη ανοίγει
και μας αποκαλύπτει την άβυσσο.
Blaise Pascal




     Όλα γίνονται και κερδίζονται στην ποίηση όταν ο άνθρωπος ονειρεύεται σαν θεός.
Όλα χάνονται μες στη φιλοσοφία όταν ο άνθρωπος σκέφτεται σαν επαίτης.
Παραφράζω αδέξια τον Hoelderlin για να θυμηθώ έναν άλλο «τρελό», τον «τρελό του Μoguer», τον ποιητή Juan Ramón Jiménez, που τιμήθηκε με το βραβείο Νόμπελ πρίν πενήντα χρόνια γιατί ήταν ένας νεωτεριστής που αντιλαμβάνονταν την ποίηση ως ένα ανοιχτό πεδίο για καινοτομίες, και ως πηγή αθωότητας ώσπου του έλαχε στο τέλος ν αγγίξει τη χριστιανική αγιότητα.

     Τον φαντάζομαι θλιμμένο και σοβαρό, αξιοπρεπώς και κομψά ενδεδυμένο να
μιλάει μπροστά σε ένα εκλεκτό και σοβαρό ακροατήριο γι αυτή την άλλη μαγεία της
ποίησης, που ο λόγος της θα έπρεπε να είναι λόγος αποκαλυπτικός της αλήθειας του
όντος και της βαθύτερής μας πραγματικότητας. Τον ακούω να υποστηρίζει με πάθος,
ότι η ποίηση δεν έχει κανένα νόημα, αν δεν μπορεί να κινητοποιήσει όλες τις
ανθρώπινες αισθήσεις προς άγνωστες και αδοκίμαστες ως τη στιγμή της εκφοράς της
κατευθύνσεις, εάν δεν αποβλέπει προς μιαν άλλου είδους ελευθερία, αντίπαλο δέος
κάθε κοσμικής εξουσίας και σε μια σωκρατική δικαιοσύνη που να καταυγάζεται από
το θεϊκό πλατωνικό φως.

     Ένα αυγουστιάτικο ζεστό βράδυ, που περιδιάβαζα ολομόναχος στα ερημικά
σοκάκια του Μoguer, μου φάνηκε ότι τον άκουσα πίσω από έναν ασβεστωμένο
μαντρότοιχο, να λέει χαμηλόφωνα σε μια ντυμένη στα λευκά μικρή ανδαλουσιάνα, τα
πρώτα θεϊκά λόγια που του είχε σφυρίξει λίγο πριν στο αυτί του η Πολύμνια, λόγια
που έμελλε να επαναλάβουν στο πρώτο ραντεβού τους, μπροστά στην αγαπημένη
τους, όλοι οι επίδοξοι εραστές του Moguer.
 
     Α φίλοι, δεν είμαστε στον καιρό που ένας ρομαντικός ποιητής ,θα αποφάσιζε να
μπαρκάρει σε ένα υπερωκεάνιο, να διασχίσει μόνος του τον Ατλαντικό ωκεανό για να
πάει να συναντήσει στη Νέα Υόρκη την άγνωστη Διοτίμα του, στον καιρό που η
υπέρτατη πραγματικότητα ήταν για τους ποιητές το χαμόγελο ή το μειδίαμα μιας
παιδίσκης, που τους έρχονταν από ένα ψηλό μπαλκόνι ή από ένα σιδερόφρακτο
παράθυρο.



     Ωστόσο θα έπρεπε να αναρωτηθεί κανείς .Όλα εκείνα τα στοιχεία του πάθους, της
πίστης στον έρωτα, της λατρείας, της αθωότητας, της αφέλειας, της ανθρώπινης
θυσίας για το υψηλό και το ωραίο, της έκστασης απέναντι στο θείο, που ένα καθαρό
μυαλό, όπως το μυαλό του παγκόσμιου ανδαλουσιάνου αρκούσε τότε να τα
απορροφήσει και να τα μετασχηματίσει σε λυρική ποίηση, τι απέγιναν; Είναι δυνατόν
να χάθηκαν, παρασυρμένα από τους ανέμους του μηχανοκρατούμενου καιρού μας και να μην έχουν κανένα νόημα πια, παρά μονάχα για τους μονομανείς επισκέπτες των λογοτεχνικών αρχείων?

     Όχι, όχι .Παρ όλο που η τεχνολογία του κοινωνικού και λογοτεχνικού κορεσμού,
απειλεί σήμερα, περισσότερο από ποτέ, την ατομική και συλλογική μας ευαισθησία
και μνήμη και τους τρόπους επικοινωνίας μας με το ωραίο και το θείο, ο άνθρωπος,
δεν άλλαξε κατά βάθος και στα ενδότερα της ύπαρξής του, παραμένει και είναι, ένας
μικρός «Θεός που επιθυμεί και επιθυμείται»,που προσμένει το θαύμα ,το θαύμα που
έγινε απρόσιτο στις μέρες μας, που αναζητά εναγωνίως τα στοιχεία που θα το
αναδείξουν, στοιχεία που ποτέ δεν έπαψαν να υπάρχουν.
 
   Στην εποχή μας του λογοτεχνικού κορεσμού,της γενικευμένης κρίσης αξιών και
της δικαιολογημένης απελπισίας των ποιητών και των συγγραφέων, ο κόσμος της
ποίησης, μοιάζει με μια λησμονημένη από τους ανθρώπους φυλακή, όπου μέσα της
χτυπιούνται και ουρλιάζουν κάποιες ανθρώπινες σκιές, χωρίς να βρίσκουν οι
παράλληλοι μονόλογοί τους κάποιαν απάντηση ή ανταπόκριση από τον έξω κόσμο.

    Στα παράθυρα αυτής της Βαβέλ των θεληματικά εγκλεισμένων, βλέπουμε πότε-πότε, να καθρεφτίζονται τα νεοφανή δεινά της λεγόμενης μετανεωτερικής μας εποχής, το άγχος για την επιβεβαίωση μιας ξεχωριστής ταυτότητας, της ταυτότητας του παραλογισμένου και κορεσμένου από τα σκουπίδια του πνεύματος ανθρώπου, η
τρέλα, το κενό, η απόγνωση, η χυδαιότητα, το μηδέν.

     Έτσι, σιγά-σιγά ,στο πείσμα των ποιητών του πρόσφατου παρελθόντος, και
αναζητητών ενός «επιθυμούμενου θεού», όπως οι Unamuno και Jiménez, απλώθηκε
το κονίαμα του κορεσμού, του ψευδεπίγραφου μοντερνισμού και του υπολογιστικού
και μηδενιστικού ορθολογισμού, επάνω στη μουντή έκταση της ατομικής και
συλλογικής φαντασίας όλων των επίδοξων δημιουργών των ημερών μας.

    Οι φερέλπιδες ποιητές της εποχής μας, απόμειναν φιμωμένοι και κορεσμένοι από
τις αλλεπάλληλες δόσεις μιας λογοτεχνικής παιδείας και μόρφωσης, που δεν
παραπέμπει σε κανένα σύστημα αξιών, ανίκανοι να κατανοήσουν το πρόβλημα του
σύγχρονου ανθρώπου και καταδικασμένοι να ενασμενίζονται με την κόλαση των
αποπνευματοποιημένων τους πόθων, όπως οι τρόφιμοι μιας ψυχιατρικής κλινικής με
το βούρκο της ψυχανάλυσης.

     Κάτι χειρότερο: απόμειναν στερημένοι από τη μόνη
δυνατότητα που πίστευαν ότι η απόρριψη των παραδοσιακών ηθικών και αισθητικών
αξιών τους είχε προσπορίσει:την επιβεβαίωση μιας νέας πνευματικής ταυτότητας και
της οντικής πλήρωσής τους, μέσω της εκφοράς ενός νέου ποιητικού λόγου.
Βρισκόμαστε δυστυχώς σήμερα, αντιμέτωποι-εμείς οι υποτιθέμενοι αναζητητές
του νεωτερικού ή μετανεωτερικού στοιχείου στον ποιητικό λόγο-με την πλήρη
απογύμνωση του λυρικού εγώ, όχι από τα εκφραστικά του μέσα, τα ενδύματα της
ποίησης, αλλά από το μυστικό του νόημα, που καθόλου δεν άλλαξε από την εποχή
του Jiménez.




     Τώρα που ο τόπος συνάντησης των ποιητών άλλαξε, και έγινε, από τόπος
ανοιχτών διαλογικών στοχασμών, για το μυστήριο της ποιητικής έμπνευσης και
δημιουργίας, τόπος θορυβώδικων συναντήσεων και συζητήσεων για το πρόβλημα της
δημιουργικής γραφής, τόπος ανίας, και μηδενισμένων από την επιρροή της
λογοτεχνίας του κορεσμού αξιών, απαιτείται, φαίνεται ,αφού υπερβούμε τις εσχατιές
της αποπνευματοποίησης, στην οποία μας οδήγησαν οι νέες θεότητες του
μεταβιομηχανικού ορθολογισμού, να επαναστρέψουμε την πνευματική ζωή μας, προς
το ιδεώδες της πλατωνικής αλήθειας, για να ξαναβρούν οι αισθήσεις μας τον
απωλεσθέντα παράδεισό τους, τη χαμένη τους πρωταρχή και αγιότητα.

     Ο Juan Ramón Jiménez, που επέλεξε στη ζωή του να βαδίσει τη βασιλική οδό των
αισθήσεων, των αισθημάτων και των συγκινήσεων, πληρώνοντας ακριβά το τίμημα
της μελαγχολίας και της τρέλας του, κατόρθωσε όπως όλοι οι μείζονες ποιητές αυτού
του κόσμου, να πετύχει την δαιδαλική υπέρβαση της ψυχεδελικής πραγματικότητας
στην οποία έζησε νέος και να βγει, μέσω της ποιήσεως ,σε ένα σημείο, που δε
βρίσκονταν ασφαλώς στη Νέα Υόρκη ή στο Πουέρτο Ρίκο, αλλά κάπου στην
Ανδαλουσία, στην Ανδαλουσία του, εκεί όπου η μεταφυσική του εναρμονίστηκε με
τον καλύτερο τρόπο με τη φυσική των τοπίων του ισπανικού Nότου.

    Βλέπω και πάλι μπροστά μου τον Jiménez,  γέροντα πλέον και καταβεβλημένο από
την επάρατη νόσο και από την απώλεια της αγαπημένης του Ζηνοβίας, να
διακηρύσσει, από την έδρα ενός αμερικάνικου πανεπιστημίου, την άποψή του για την
επαναστροφή της δικαιοσύνης πάνω στον κόσμο, και για την πίστη του σε έναν
μοναδικό Θεό, τον Ιησού, σε έναν Θεό ,που ως άνθρωπος δεν έπαψε ποτέ να επιθυμεί και ως Θεός δεν θα πάψει ποτέ να επιθυμείται από τους ανθρώπους. Τον βλέπω να φωνάζει καταπρόσωπο της άπιστης εποχής του, όπως ο Πλάτωνας, όχι, δεν επιθυμώ τους θεούς που η λατρεία τους τελείται στο ημίφως των ανθρώπινων
αποπνευματοποιημένων πόθων, αλλά τον ένα και μοναδικό Θεό, τον Θεό που η
λατρεία του τελείται στο φως.

    Οι άγγελοι και οι άγιοι της Ανδαλουσίας, απέβαλαν κάποια στιγμή τη δυτική
σκυθρωπότητά τους και τραγούδησαν μέσα στην ποίησή του. Και οι ερωτευμένοι
τραγούδησαν επίσης, μαζί με τα πουλιά του νερού και τις κρυστάλλινες τσιγγάνες.
Μέσα σε κάθε στίχο του, βρίσκονταν ο άνθρωπος του Νότου, με τις ανατάσεις
του και τις πτώσεις του, με τα μεράκια του και τα μαράζια του, με τις θλίψεις του και
τις χαρές του, ένας κήπος από τα πιο ευωδιαστά λουλούδια, το ουράνιο τόξο με όλο
το μεγαλείο των χρωμάτων του, και μια κιθάρα ή ένα ντέφι, το ντέφι της Πρεθιόσας,
τα αναγκαία όργανα ,οι σύντροφοι της ποίησής του, που έπρεπε να πάρουν τα λόγια
του και να τα ταξιδέψουν, χίλια μίλια μακριά, ώσπου να έρθει το πλήρωμα του
χρόνου και να αντηχήσουν πιο επιβλητικά ,μέσα στην κοίλη μνήμη των ανθρώπων.

     Σήμερα, που ταλαιπωρούμαστε από μια μόνιμη κρίση ταυτότητας, μια κατάσταση
που συμβάλλει στην απώλεια του πνευματικού ελέγχου επί του εαυτού μας, και στη
δημιουργία μιας γενικής νευρικότητας και ανησυχίας για το μέλλον του πνευματικού
πολιτισμού και της λογοτεχνίας μας ειδικότερα, σήμερα, που το πνευματικό οξυγόνο
που μας αναλογεί ,το ξοδεύουμε σε αλλεπάλληλα μιμητικά έργα, ποιος μπορεί άραγε,
να μας δείξει το δρόμο, για να εκμεταλλευθούμε με τον καλύτερο τρόπο εκείνο που
κάποτε οι μικροί θεοί και οι άγιοι της Ανδαλουσίας, χάρισαν απλόχερα στον
Jiménez, τη θεϊκή έμπνευση;

    Ω φίλοι., ποιος ξέρει αν, και κατά πόσο, αυτή η κατηγορία του λυρικού εγώ που
προσπαθούμε όλοι να επιβεβαιώσουμε, επειδή πιστεύουμε ότι είναι καλά
θεμελιωμένη πάνω στη βάση του υποτιθέμενου ταλέντου μας, θα γίνεται δεκτή στο
μέλλον; Μήπως έχει φτιαχτεί από μας για μας, για μια εσωτερική κατανάλωση;
Άγνωστο.

     Στις μέρες μας που ο άνθρακας πουλιέται για διαμάντι και το διαμάντι για
άνθρακας, επιχείρησα κι εγώ, να συγγράψω ένα μικρό δοκίμιο πλήρους αντιστροφής
των αισθητικών αξιών της λεγόμενης μετανεωτερικότητας,όχι μόνο για να διασκεδάσωτο αίσθημα της αποτυχίας και της δυσθυμίας που θρέφει τις συγκινήσεις μας και τις μεταστοιχειώνει σε ποίηση του πνευματικού κορεσμού, αλλά και για διεγείρω τη μνήμη σας, εγκωμιάζοντας ένα έργο και έναν ποιητή, που οι λέξεις και οι στίχοι του μας βοηθάν ακόμη για να ζήσουμε ως μικροί θεοί.

     Ο τρόπος έκφρασης των ανθρωπίνων συναισθημάτων και των συγκινήσεων, που
ωθούσαν και ωθούν τα δημιουργικά πνεύματα να διεκδικήσουν τη δάφνη του ποιητή,
από την εποχή του Jiménez ως σήμερα, ασφαλώς δεν άλλαξε. Γινόταν και γίνεται με
λέξεις. Αυτό που σίγουρα άλλαξε είναι το πνεύμα και η νοοτροπία της εποχής.
Οι διεργασίες που οδήγησαν στο σύγχρονο κοινωνικό και λογοτεχνικό κορεσμό
στον οποίο προηγουμένως αναφέρθηκα, είχαν ως αποτέλεσμα, την υπονόμευση των
θεμελίων επί των οποίων στηρίζονταν η διαμόρφωση της ταυτότητας του λυρικού
εγώ σε προηγούμενες περιόδους, όπως αυτή που συμπίπτει με την εμφάνιση των
μοντερνιστών ποιητών και φυσικά του Jiménez, με αποτέλεσμα, να είναι έκδηλη η
επιθυμία και η νοσταλγία για την εμφάνιση μιας νέας αντίληψης για το λυρικό εγώ
και το ποίημα, τόσο νέας όπως αυτή που εισηγήθηκε στην εποχή του ο παγκόσμιος
Ανδαλουσιάνος .

Για να είμαστε εξηγημένοι. Δεν ισχυρίζομαι ότι στις μέρες μας το λυρικό
ποίημα(έμμετρο, γραμμένο σε ελεύθερο στίχου ή πεζόμορφο), θα πρέπει να συνεχίσει   να γράφεται με τον τρόπο του Jiménez ή με τον τρόπο οποιουδήποτε άλλου ισάξιου με αυτόν ποιητή εκείνης της εποχής. Αυτό που ισχυρίζομαι σε τούτο το μικρό εγκώμιο, φόρο τιμής στη μνήμη του παγκόσμιου Ανδαλουσιάνου, είναι ότι ακόμη και οι πιο ωμοί ρεαλιστές ποιητές των ημερών μας, καθώς κουβαλούμε τη λογοτεχνική χίμαιρα μας στους ώμους μας ,ή την Σισύφεια πέτρα μας ,βάζουμε μέσα στους στίχους μας και λίγο υπερπέραν!

Αν άραγε λειτουργούσαμε όπως λειτούργησε ο Jiménez, που φρόντισε να
αντλήσει την έμπνευσή του από το πιο αυθεντικό μέρος του εγώ του και από μια
εξωτερική πηγή, το θείο, για να κατορθώσει να εξουδετερώσει ως τον ύψιστο βαθμό
το αρνητικό μέρος της πραγματικότητας που τον περιέβαλλε, ποια θα ήταν η εικόνα
της ποίησης των ημερών μας?


Στέλιος Καραγιάννης